Ψήφο εμπιστοσύνης στην Ελλάδα και το Χρηματιστήριο Αθηνών χαρακτήρισε ο Βαγγέλης Μαρινάκης την εισαγωγή της Capital Maritime Finance στην ελληνική κεφαλαιαγορά, κατά την παρουσίαση της δημόσιας προσφοράς, μέσω της οποίας επιδιώκεται η άντληση περίπου 250 εκατ. ευρώ.
«Η δημόσια προσφορά της Capital Maritime Finance στο ελληνικό χρηματιστήριο είναι ένα ορόσημο. Ένα ορόσημο που δεν αφορά μόνο εμάς, αλλά συνολικά την ελληνική κεφαλαιαγορά και τους Έλληνες και τους ξένους επενδυτές και γενικότερα τη χώρα μας», τόνισε ο ιδρυτής του ομίλου Capital, μιλώντας στους δημοσιογράφους.
«Είμαστε στην τελική ευθεία για την πρώτη αποκλειστική εισαγωγή ναυτιλιακής εταιρείας στο χρηματιστήριο της Αθήνας. Είναι ένα ιστορικό γεγονός για την ελληνική κεφαλαιαγορά που ανοίγει την πρόσβαση του επενδυτικού κοινού στη ναυτιλία και μάλιστα εδώ, στη χώρα που γέννησε τη ναυτιλία και της οποίας οι πλοιοκτήτες κυριαρχούν παγκοσμίως», ανέφερε.
«Μετά από πολλά χρόνια ήρθε η ώρα να έχουμε μια εισαγωγή αποκλειστικά στο χρηματιστήριο της Αθήνας και ήταν κάτι που μπορώ να σας πω ότι το σκεφτόμασταν πάρα πολλά χρόνια. Αυτό που θέλαμε πολύ είναι να υπάρξει μια σοβαρή προσπάθεια, από μια εταιρεία που αποτελείται από ανθρώπους που έχουν την εμπειρία και το track record στις χρηματαγορές, να μπορέσουν να φτιάξουν κάτι σοβαρό, κάτι μεγάλο στη χώρα μας», σημείωσε.
«Η απόφαση να φέρουμε την εταιρεία αυτή στο ελληνικό χρηματιστήριο είναι αμιγώς απόφαση στήριξης και ψήφος εμπιστοσύνης στην Ελλάδα και στο ελληνικό χρηματιστήριο. Να βοηθήσουμε και εμείς να φτιαχτεί κάτι μεγάλο εδώ στην Ελλάδα, κάτι σοβαρό, όπου δραστηριοποιείται και η μεγαλύτερη ναυτιλιακή δύναμη στον κόσμο», πρόσθεσε.
Ο πρόεδρος της εταιρείας υπενθύμισε ότι ο όμιλος Capital δραστηριοποιείται στις διεθνείς κεφαλαιαγορές εδώ και 20 χρόνια, έχοντας αντλήσει περισσότερα από 2,5 δισ. δολάρια. Παρουσιάζοντας τη φιλοσοφία της νέας εταιρείας, τόνισε ότι το επενδυτικό σχέδιο βασίζεται σε 36 σύγχρονα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων, με μακροχρόνιες ναυλώσεις και συμβασιοποιημένα έσοδα σχεδόν 4 δισ. δολαρίων.
Όπως εξήγησε ο διευθύνων σύμβουλος της Capital Maritime Finance, Γεράσιμος Καλογηράτος, ο στόλος θα αποτελείται από 26 μικρότερα containerships, χωρητικότητας 1.800 έως 2.900 TEU, και δέκα Neo-Panamax, χωρητικότητας περίπου 8.800 TEU, με κινητήρες διπλού καυσίμου και δυνατότητα χρήσης LNG.
Από τα 36 πλοία, τα 13 βρίσκονται ήδη σε λειτουργία, ενώ 23 επιπλέον πρόκειται να ενταχθούν στον στόλο έως το τέλος του 2028. Από αυτά, τα 19 είναι νεότευκτα υπό κατασκευή και τέσσερα θα αποκτηθούν βάσει συμφωνιών αγοραπωλησίας. Με την ολοκλήρωση του προγράμματος, η σταθμισμένη με βάση τη μεταφορική ικανότητα μέση ηλικία του στόλου υπολογίζεται σε μόλις 0,5 έτη.
Σύμφωνα με τον κ. Καλογηράτο, το σύνολο των 36 πλοίων καλύπτεται από μακροχρόνιες συμβάσεις, με το 100% των διαθέσιμων ημερών απασχόλησης εξασφαλισμένο έως και το 2034. Το συνολικό ανεκτέλεστο υπόλοιπο συμβασιοποιημένων εσόδων ανέρχεται σε 3,9 δισ. δολάρια, με συμβάσεις που εκτείνονται έως το 2038, και μπορεί να φτάσει τα 4,9 δισ. δολάρια εφόσον οι ναυλωτές ασκήσουν πλήρως τα δικαιώματα παράτασης. Η μέση υπολειπόμενη διάρκεια των σταθερών συμβάσεων διαμορφώνεται στα 9,4 χρόνια.
Βασικοί ναυλωτές είναι η γαλλική CMA CGM, με συμφωνίες για 30 πλοία και συμβασιοποιημένα έσοδα 2,9 δισ. δολαρίων, και η Unifeeder, θυγατρική της DP World, με έξι πλοία και έσοδα περίπου 1 δισ. δολαρίων.