Άρθρο του Λεωνίδα Δημητριάδη – Ευγενίδη - Προέδρου του Ομίλου Ευγενίδη
"Το διεθνές σύστημα μετατοπίζεται από ένα σχετικά σταθερό και ενιαίο πλαίσιο σε ένα πλέγμα περιφερειακών συμμαχιών, όπου ισχύς, ασφάλεια και οικονομία διαπλέκονται ολοένα και περισσότερο. Η εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες—ιδίως σε χρηματοοικονομικό και τεχνολογικό επίπεδο—παραμένει καθοριστική, την ώρα που η αβεβαιότητα και οι ανισορροπίες εντείνονται.
Παράλληλα, η Κίνα ακολουθεί μια συνεκτική στρατηγική, καθώς περιορίζει τις δικές της εξαρτήσεις, ενώ ενισχύει εκείνες των άλλων. Δεν πρόκειται απλώς για ανάπτυξη, αλλά για συστηματικό έλεγχο αλυσίδων αξίας, πρώτων υλών και κρίσιμων υποδομών. Το αποτέλεσμα είναι ένα πιο πολωμένο διεθνές περιβάλλον, στο οποίο η Ευρώπη καλείται να κινηθεί χωρίς σαφώς διαμορφωμένη στρατηγική αυτονομία.
Σε αυτό το πλαίσιο, η γεωπολιτική αστάθεια αποκτά άμεση οικονομική αντανάκλαση.
Η κρίση στη Μέση Ανατολή και η αστάθεια στα Στενά του Ορμούζ δεν αποτελούν απλώς περιφερειακές εξελίξεις. Αναδεικνύουν πόσο εύκολα κρίσιμες θαλάσσιες αρτηρίες μπορούν να μετατραπούν σε σημεία συμφόρησης για το παγκόσμιο εμπόριο και την ενέργεια.
Οι πρόσφατες εξελίξεις στη ναυτιλία είναι χαρακτηριστικές. Ενεργειακές ροές ανακατευθύνονται, θαλάσσιες διαδρομές μεταβάλλονται και ο ανταγωνισμός για μεταφορική ικανότητα εντείνεται. Η αυξημένη ζήτηση για εναλλακτικές διόδους, όπως η Διώρυγα του Παναμά, οδηγεί σε εκτόξευση του κόστους διέλευσης—σε ορισμένες περιπτώσεις πολλαπλάσιο σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Δεν πρόκειται για τεχνική ανωμαλία. Είναι άμεση αποτύπωση της γεωπολιτικής έντασης στην οικονομία.
Ταυτόχρονα, τα πλοία αναγκάζονται να ακολουθούν μεγαλύτερες διαδρομές, αυξάνοντας τα tonne-miles και εισάγοντας δομικές αναποτελεσματικότητες. Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στη ναυτιλία. Μεταφέρονται στο κόστος ενέργειας, στις τιμές των αγαθών και τελικά στον πληθωρισμό.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι αυτές οι εξελίξεις δεν είναι παροδικές.
Η φθορά υποδομών, η δυσκολία αναδιάρθρωσης των εφοδιαστικών αλυσίδων και η επιμονή των γεωπολιτικών εντάσεων διαμορφώνουν μια νέα «κανονικότητα»: λιγότερο αποδοτική, περισσότερο ασταθή.
Στον πυρήνα αυτής της πραγματικότητας βρίσκεται η ενέργεια.
Η χρήση της ως γεωπολιτικού εργαλείου οδηγεί συχνά σε μη βέλτιστα αποτελέσματα, τόσο οικονομικά όσο και συστημικά.
Σε ένα ισορροπημένο περιβάλλον, η παραγωγή και διανομή της θα καθορίζονταν από την αποδοτικότητα και τις πραγματικές ανάγκες. Σήμερα, καθορίζονται από συγκρούσεις, εξαρτήσεις και στρατηγικές ισχύος.
Την ίδια στιγμή, η τεχνολογία μετασχηματίζει ριζικά το τοπίο.
Η τεχνητή νοημοσύνη, η αυτοματοποίηση και τα ψηφιακά συστήματα αλλάζουν όχι μόνο τη λειτουργία της ναυτιλίας, αλλά και το πλαίσιο προστασίας της. Παράλληλα, δημιουργούν νέες ευπάθειες. Η επόμενη κρίση ενδέχεται να μην προκύψει από φυσική επίθεση, αλλά από ψηφιακή διαταραχή.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ναυτιλία δεν είναι απλώς ένας κλάδος μεταφορών. Είναι γεωπολιτικός παράγοντας.
Μεταφέρει περίπου το 90% του παγκόσμιου εμπορίου, αλλά ταυτόχρονα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή έκθεσης: συγκρούσεις, κυρώσεις, ενεργειακά σοκ, κυβερνοαπειλές.
Η θαλάσσια ασφάλεια, συνεπώς, δεν αποτελεί τεχνικό ζήτημα. Είναι ζήτημα ισχύος και ευθύνης. Οι θαλάσσιες οδοί χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο ως εργαλεία πίεσης. Η ελευθερία της ναυσιπλοΐας, που επί δεκαετίες θεωρούνταν δεδομένη, τίθεται πλέον στην πράξη υπό αμφισβήτηση.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ναυτιλία καλείται να λειτουργεί εντός ενός πλαισίου ασφάλειας και σταθερότητας.
Η θάλασσα πρέπει να παραμείνει πεδίο συνεργασίας και ελευθερίας. Διαφορετικά, δεν διακυβεύεται μόνο η λειτουργία της ναυτιλίας, αλλά η ίδια η συνοχή της παγκόσμιας οικονομίας.
Τέλος, παρατηρείται σαφής ανακατανομή κεφαλαίων και ισχύος.
Σε περιόδους αβεβαιότητας, τα κεφάλαια αναζητούν ασφάλεια. Χώρες όπως η Ελβετία προσελκύουν σημαντικές εισροές, επιβεβαιώνοντας ότι η γεωπολιτική αστάθεια δεν καταστρέφει απλώς αξία, αλλά την ανακατανέμει.
Το συμπέρασμα είναι σαφές. Η οικονομία και η γεωπολιτική δεν μπορούν πλέον να αναλυθούν διακριτά. Και η ναυτιλία βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της σύγκλισης.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, αυτό δεν αποτελεί μόνο πρόκληση. Αποτελεί ευθύνη".